申もうし訳わけ

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγγνώμη, δικαιολογία

Παραδείγματα

  • 申もうし訳わけありません。

    Συγγνώμη.

  • 遅おそれてしまい、申もうし訳わけないです。

    Λυπάμαι που άργησα.

  • 急きゅうなキャンセルでご迷惑めいわくをおかけしてしまい、誠まことに申もうし訳わけございません。

    Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη για την αναστάτωση που προκάλεσε η ξαφνική ακύρωση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
申し訳する
Παρόν (ευγενικό)
申し訳します
Άρνηση (απλή)
申し訳しない
Άρνηση (ευγενική)
申し訳しません
Παρελθόν (απλό)
申し訳した
Παρελθόν (ευγενικό)
申し訳しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
申し訳しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
申し訳しませんでした
Τε-μορφή
申し訳して
Δυνητική
申し訳できる
Προστακτική
申し訳しろ
Βουλητική
申し訳しよう
Υποθετική (ば)
申し訳すれば