もうおく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέλνω μήνυμα σε κάποιον, γράφω σε κάποιον
  2. 02 παραδίδω καθήκοντα στον διάδοχο, μεταβιβάζω, ενημερώνω τον διάδοχο, μεταφέρω οδηγίες

Κλίση

Παρόν (απλό)
申し送る
Παρόν (ευγενικό)
申し送ります
Άρνηση (απλή)
申し送らない
Άρνηση (ευγενική)
申し送りません
Παρελθόν (απλό)
申し送った
Παρελθόν (ευγενικό)
申し送りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
申し送らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
申し送りませんでした
Τε-μορφή
申し送って
Δυνητική
申し送れる
Προστακτική
申し送れ
Βουλητική
申し送ろう
Υποθετική (ば)
申し送れば