もうつかわす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στελνω γραπτο μηνυμα σε καποιον, διαβιβαζω πληροφορια, αναθετω υπηρεσιακη εργασια

Κλίση

Παρόν (απλό)
申し遣わす
Παρόν (ευγενικό)
申し遣わします
Άρνηση (απλή)
申し遣わさない
Άρνηση (ευγενική)
申し遣わしません
Παρελθόν (απλό)
申し遣わした
Παρελθόν (ευγενικό)
申し遣わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
申し遣わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
申し遣わしませんでした
Τε-μορφή
申し遣わして
Δυνητική
申し遣わせる
Προστακτική
申し遣わせ
Βουλητική
申し遣わそう
Υποθετική (ば)
申し遣わせば