おとこがすたる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πλήττω την τιμή μου (ως άνδρας), βλάπτω τη φήμη μου, διασύρομαι, παύω να είμαι άνδρας με την ηθική έννοια

Κλίση

Παρόν (απλό)
男がすたる
Παρόν (ευγενικό)
男がすたります
Άρνηση (απλή)
男がすたらない
Άρνηση (ευγενική)
男がすたりません
Παρελθόν (απλό)
男がすたった
Παρελθόν (ευγενικό)
男がすたりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
男がすたらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
男がすたりませんでした
Τε-μορφή
男がすたって
Δυνητική
男がすたれる
Προστακτική
男がすたれ
Βουλητική
男がすたろう
Υποθετική (ば)
男がすたれば