おとこぐる

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανηθικότητα, εμμονή με τους άντρες

Κλίση

Παρόν (απλό)
男狂いする
Παρόν (ευγενικό)
男狂いします
Άρνηση (απλή)
男狂いしない
Άρνηση (ευγενική)
男狂いしません
Παρελθόν (απλό)
男狂いした
Παρελθόν (ευγενικό)
男狂いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
男狂いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
男狂いしませんでした
Τε-μορφή
男狂いして
Δυνητική
男狂いできる
Προστακτική
男狂いしろ
Βουλητική
男狂いしよう
Υποθετική (ば)
男狂いすれば