Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
男食い
おとこくい
男
男
おとこ
食
く
い
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
μοιραία γυναίκα, γυναίκα που χρησιμοποιεί τους άνδρες, άντρας-φαγάς