男おのこ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: おとこ , なん , だん

  1. 01 αρχαϊκό άντρας, αγόρι

Παραδείγματα

  • 男おのこが来きました。

    Ήρθε ένας άντρας.

  • 男おのこは強つよくて優やさしい人ひとです。

    Ο άντρας είναι δυνατός και ευγενικός άνθρωπος.

  • その男おのこは、どんな困難こんなんにも立たち向むかう勇気ゆうきを持もっていました。

    Αυτός ο άντρας είχε το θάρρος να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία.