かしこまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα υποτάσσομαι με σεβασμό, ταπεινώνομαι, κάθομαι ίσια (σε στάση προσοχής, ευλαβικά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
畏まる
Παρόν (ευγενικό)
畏まります
Άρνηση (απλή)
畏まらない
Άρνηση (ευγενική)
畏まりません
Παρελθόν (απλό)
畏まった
Παρελθόν (ευγενικό)
畏まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
畏まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
畏まりませんでした
Τε-μορφή
畏まって
Δυνητική
畏まれる
Προστακτική
畏まれ
Βουλητική
畏まろう
Υποθετική (ば)
畏まれば