けんえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αισθήματα δέους και αποστροφής

Κλίση

Παρόν (απλό)
畏怖嫌厭する
Παρόν (ευγενικό)
畏怖嫌厭します
Άρνηση (απλή)
畏怖嫌厭しない
Άρνηση (ευγενική)
畏怖嫌厭しません
Παρελθόν (απλό)
畏怖嫌厭した
Παρελθόν (ευγενικό)
畏怖嫌厭しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
畏怖嫌厭しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
畏怖嫌厭しませんでした
Τε-μορφή
畏怖嫌厭して
Δυνητική
畏怖嫌厭できる
Προστακτική
畏怖嫌厭しろ
Βουλητική
畏怖嫌厭しよう
Υποθετική (ば)
畏怖嫌厭すれば