とどめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταματώ, ανακόπτω, συγκρατώ, παύω
  2. 02 φιλοξενώ (κάποιον), διατηρώ (κάποιον) στο χώρο μου
  3. 03 στερεώνω, καρφιτσώνω, συνδέω με κλιπ, κρατώ στη θέση του
  4. 04 συγκρατώ, περιορίζω, διατηρώ
  5. 05 καταγράφω (π.χ. ένα γεγονός), συγκρατώ στη μνήμη

Κλίση

Παρόν (απλό)
留める
Παρόν (ευγενικό)
留めます
Άρνηση (απλή)
留めない
Άρνηση (ευγενική)
留めません
Παρελθόν (απλό)
留めた
Παρελθόν (ευγενικό)
留めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
留めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
留めませんでした
Τε-μορφή
留めて
Δυνητική
留められる
Προστακτική
留めろ
Βουλητική
留めよう
Υποθετική (ば)
留めれば