使つか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσποιούμαι ότι λείπω από το σπίτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
留守を使う
Παρόν (ευγενικό)
留守を使います
Άρνηση (απλή)
留守を使わない
Άρνηση (ευγενική)
留守を使いません
Παρελθόν (απλό)
留守を使った
Παρελθόν (ευγενικό)
留守を使いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
留守を使わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
留守を使いませんでした
Τε-μορφή
留守を使って
Δυνητική
留守を使える
Προστακτική
留守を使え
Βουλητική
留守を使おう
Υποθετική (ば)
留守を使えば