あずかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναλαμβάνω τη φύλαξη κάποιου χώρου κατά την απουσία του ιδιοκτήτη

Κλίση

Παρόν (απλό)
留守を預かる
Παρόν (ευγενικό)
留守を預かります
Άρνηση (απλή)
留守を預からない
Άρνηση (ευγενική)
留守を預かりません
Παρελθόν (απλό)
留守を預かった
Παρελθόν (ευγενικό)
留守を預かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
留守を預からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
留守を預かりませんでした
Τε-μορφή
留守を預かって
Δυνητική
留守を預かれる
Προστακτική
留守を預かれ
Βουλητική
留守を預かろう
Υποθετική (ば)
留守を預かれば