ろく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτόματη εγγραφή (βίντεο, ήχου) σε απουσία
  2. 02 μήνυμα στον τηλεφωνητή

Κλίση

Παρόν (απλό)
留守録する
Παρόν (ευγενικό)
留守録します
Άρνηση (απλή)
留守録しない
Άρνηση (ευγενική)
留守録しません
Παρελθόν (απλό)
留守録した
Παρελθόν (ευγενικό)
留守録しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
留守録しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
留守録しませんでした
Τε-μορφή
留守録して
Δυνητική
留守録できる
Προστακτική
留守録しろ
Βουλητική
留守録しよう
Υποθετική (ば)
留守録すれば