うね

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελίσσομαι, φιδιάζω (για δρόμο, ποτάμι, κ.λπ.)
  2. 02 κυματίζω, φουσκώνω, αναδεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
畝る
Παρόν (ευγενικό)
畝ります
Άρνηση (απλή)
畝らない
Άρνηση (ευγενική)
畝りません
Παρελθόν (απλό)
畝った
Παρελθόν (ευγενικό)
畝りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
畝らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
畝りませんでした
Τε-μορφή
畝って
Δυνητική
畝れる
Προστακτική
畝れ
Βουλητική
畝ろう
Υποθετική (ば)
畝れば