りゃくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομεύω, βραχυγραφώ, μειώνω
  2. 02 παραλείπω, αφήνω έξω
  3. 03 γράφεται και ως 掠する παίρνω, καταλαμβάνω, κλέβω

Κλίση

Παρόν (απλό)
略する
Παρόν (ευγενικό)
略します
Άρνηση (απλή)
略しない
Άρνηση (ευγενική)
略しません
Παρελθόν (απλό)
略した
Παρελθόν (ευγενικό)
略しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
略しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
略しませんでした
Τε-μορφή
略して
Δυνητική
略できる
Προστακτική
略しろ
Βουλητική
略しよう
Υποθετική (ば)
略すれば