つが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ζευγαρώνω, σχηματίζω ζευγάρι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ζευγαρώνω, συνουσιάζομαι
  3. 03 αρχαϊκό προσαρμόζω (ένα βέλος στη χορδή)
  4. 04 αρχαϊκό τοποθετώ ιππείς συνοδείας δεξιά και αριστερά
  5. 05 αρχαϊκό δίνω σταθερή υπόσχεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
番う
Παρόν (ευγενικό)
番います
Άρνηση (απλή)
番わない
Άρνηση (ευγενική)
番いません
Παρελθόν (απλό)
番った
Παρελθόν (ευγενικό)
番いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
番わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
番いませんでした
Τε-μορφή
番って
Δυνητική
番える
Προστακτική
番え
Βουλητική
番おう
Υποθετική (ば)
番えば