番える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τοποθετώ (το βέλος στη χορδή του τόξου), στήνω το βέλος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 番える
- Παρόν (ευγενικό)
- 番えます
- Άρνηση (απλή)
- 番えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 番えません
- Παρελθόν (απλό)
- 番えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 番えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 番えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 番えませんでした
- Τε-μορφή
- 番えて
- Δυνητική
- 番えられる
- Προστακτική
- 番えろ
- Βουλητική
- 番えよう
- Υποθετική (ば)
- 番えれば
- Υποθετική (たら)
- 番えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 番えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 番えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 番えなさい
- Παθητική
- 番えられる
- Αιτιατική
- 番えさせる