ばん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη ηγούμαι ομάδας νεαρών παραβατών

Κλίση

Παρόν (απλό)
番を張る
Παρόν (ευγενικό)
番を張ります
Άρνηση (απλή)
番を張らない
Άρνηση (ευγενική)
番を張りません
Παρελθόν (απλό)
番を張った
Παρελθόν (ευγενικό)
番を張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
番を張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
番を張りませんでした
Τε-μορφή
番を張って
Δυνητική
番を張れる
Προστακτική
番を張れ
Βουλητική
番を張ろう
Υποθετική (ば)
番を張れば