異ことなる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφέρω, είμαι διαφορετικός, διαφωνώ, ποικίλλω, αποκλίνω

Παραδείγματα

  • 色いろが異ことなります。

    Τα χρώματα διαφέρουν.

  • 地域ちいきによって文化ぶんかが異ことなります。

    Η κουλτούρα διαφέρει ανά περιοχή.

  • 同おなじ出来事できごとでも、人ひとによって受うけ取とり方かたが異ことなるのは当然とうぜんのことです。

    Είναι φυσικό ο καθένας να αντιλαμβάνεται διαφορετικά το ίδιο γεγονός.

Κλίση

Παρόν (απλό)
異なる
Παρόν (ευγενικό)
異なります
Άρνηση (απλή)
異ならない
Άρνηση (ευγενική)
異なりません
Παρελθόν (απλό)
異なった
Παρελθόν (ευγενικό)
異なりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
異ならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
異なりませんでした
Τε-μορφή
異なって
Δυνητική
異なれる
Προστακτική
異なれ
Βουλητική
異なろう
Υποθετική (ば)
異なれば