ことにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφέρω (ως προς), έχω διαφορετικό..., είμαι διαφορετικός (με όρους...)

Κλίση

Παρόν (απλό)
異にする
Παρόν (ευγενικό)
異にします
Άρνηση (απλή)
異にしない
Άρνηση (ευγενική)
異にしません
Παρελθόν (απλό)
異にした
Παρελθόν (ευγενικό)
異にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
異にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
異にしませんでした
Τε-μορφή
異にして
Δυνητική
異にできる
Προστακτική
異にしろ
Βουλητική
異にしよう
Υποθετική (ば)
異にすれば