どう

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπηρεσιακή μεταβολή, μετάθεση, μετακίνηση, αναδιάταξη προσωπικού

Κλίση

Παρόν (απλό)
異動する
Παρόν (ευγενικό)
異動します
Άρνηση (απλή)
異動しない
Άρνηση (ευγενική)
異動しません
Παρελθόν (απλό)
異動した
Παρελθόν (ευγενικό)
異動しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
異動しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
異動しませんでした
Τε-μορφή
異動して
Δυνητική
異動できる
Προστακτική
異動しろ
Βουλητική
異動しよう
Υποθετική (ば)
異動すれば