異化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανομοίωση
- 02 καταβολισμός
- 03 ανομοίωση (φωνολογία)
- 04 αποξένωση (καλλιτεχνική τεχνική), οστρανένιε, αποστασιοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 異化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 異化します
- Άρνηση (απλή)
- 異化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 異化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 異化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 異化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 異化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 異化しませんでした
- Τε-μορφή
- 異化して
- Δυνητική
- 異化できる
- Προστακτική
- 異化しろ
- Βουλητική
- 異化しよう
- Υποθετική (ば)
- 異化すれば
- Υποθετική (たら)
- 異化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 異化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 異化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 異化しなさい
- Παθητική
- 異化される
- Αιτιατική
- 異化させる