たん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αιρετικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
異端視する
Παρόν (ευγενικό)
異端視します
Άρνηση (απλή)
異端視しない
Άρνηση (ευγενική)
異端視しません
Παρελθόν (απλό)
異端視した
Παρελθόν (ευγενικό)
異端視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
異端視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
異端視しませんでした
Τε-μορφή
異端視して
Δυνητική
異端視できる
Προστακτική
異端視しろ
Βουλητική
異端視しよう
Υποθετική (ば)
異端視すれば