たた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διπλώνω προς τα μέσα, αναδιπλώνω, διπλώνω και αποθηκεύω (σε ντουλάπα κ.λπ.)
  2. 02 φυλάσσω στην καρδιά μου, έχω κατά νου, συγκρατώ στη μνήμη μου
  3. 03 πράττω με ταχύτατη διαδοχή, πράττω ακατάπαυστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
畳み込む
Παρόν (ευγενικό)
畳み込みます
Άρνηση (απλή)
畳み込まない
Άρνηση (ευγενική)
畳み込みません
Παρελθόν (απλό)
畳み込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
畳み込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
畳み込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
畳み込みませんでした
Τε-μορφή
畳み込んで
Δυνητική
畳み込める
Προστακτική
畳み込め
Βουλητική
畳み込もう
Υποθετική (ば)
畳み込めば