がい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποξένωση, απομάκρυνση, αποκλεισμός, περιθωριοποίηση, απομόνωση, αποφυγή, ψυχρή αντιμετώπιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
疎外する
Παρόν (ευγενικό)
疎外します
Άρνηση (απλή)
疎外しない
Άρνηση (ευγενική)
疎外しません
Παρελθόν (απλό)
疎外した
Παρελθόν (ευγενικό)
疎外しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
疎外しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
疎外しませんでした
Τε-μορφή
疎外して
Δυνητική
疎外できる
Προστακτική
疎外しろ
Βουλητική
疎外しよう
Υποθετική (ば)
疎外すれば