疎抜く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αραιώνω (π.χ. φυτάρια)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 疎抜く
- Παρόν (ευγενικό)
- 疎抜きます
- Άρνηση (απλή)
- 疎抜かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 疎抜きません
- Παρελθόν (απλό)
- 疎抜いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 疎抜きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 疎抜かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 疎抜きませんでした
- Τε-μορφή
- 疎抜いて
- Δυνητική
- 疎抜ける
- Προστακτική
- 疎抜け
- Βουλητική
- 疎抜こう
- Υποθετική (ば)
- 疎抜けば
- Υποθετική (たら)
- 疎抜いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 疎抜きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 疎抜くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 疎抜きなさい
- Παθητική
- 疎抜かれる
- Αιτιατική
- 疎抜かせる