疑いをかけられる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποπτεύομαι, τελώ υπό υποψία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 疑いをかけられる
- Παρόν (ευγενικό)
- 疑いをかけられます
- Άρνηση (απλή)
- 疑いをかけられない
- Άρνηση (ευγενική)
- 疑いをかけられません
- Παρελθόν (απλό)
- 疑いをかけられた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 疑いをかけられました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 疑いをかけられなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 疑いをかけられませんでした
- Τε-μορφή
- 疑いをかけられて
- Δυνητική
- 疑いをかけられられる
- Προστακτική
- 疑いをかけられろ
- Βουλητική
- 疑いをかけられよう
- Υποθετική (ば)
- 疑いをかけられれば
- Υποθετική (たら)
- 疑いをかけられたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 疑いをかけられたい
- Απαγορευτική (~な)
- 疑いをかけられるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 疑いをかけられなさい
- Παθητική
- 疑いをかけられられる
- Αιτιατική
- 疑いをかけられさせる