もん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμφισβήτηση, αμφιβολία για την ορθότητα κάποιου πράγματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
疑問視する
Παρόν (ευγενικό)
疑問視します
Άρνηση (απλή)
疑問視しない
Άρνηση (ευγενική)
疑問視しません
Παρελθόν (απλό)
疑問視した
Παρελθόν (ευγενικό)
疑問視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
疑問視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
疑問視しませんでした
Τε-μορφή
疑問視して
Δυνητική
疑問視できる
Προστακτική
疑問視しろ
Βουλητική
疑問視しよう
Υποθετική (ば)
疑問視すれば