やましい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα νιώθω τύψεις, έχω κακή συνείδηση, αισθάνομαι ενοχές για κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
疚しい
Παρόν (ευγενικό)
疚しいです
Άρνηση (απλή)
疚しくない
Άρνηση (ευγενική)
疚しくないです
Παρελθόν (απλό)
疚しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
疚しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
疚しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
疚しくなかったです
Τε-μορφή
疚しくて
Υποθετική (ば)
疚しければ