疲つかれる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουράζομαι, εξαντλούμαι
  2. 02 φθείρομαι, παλιώνω, καταπονούμαι (για αντικείμενο)
  3. 03 αρχαϊκό πεινάω, λιμοκτονώ

Παραδείγματα

  • 私わたしは疲つかれます。

    Είμαι κουρασμένος.

  • 仕事しごとの後あとは、いつも疲つかれます。

    Μετά τη δουλειά, πάντα κουράζομαι.

  • 最近さいきん、仕事しごとと家事かじで心身しんしんともに疲つかれてしまって、ゆっくり休やすみたいです。

    Τον τελευταίο καιρό, από τη δουλειά και τις δουλειές του σπιτιού, έχω εξαντληθεί ψυχή τε και σώματι, και θέλω να ξεκουραστώ σωστά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
疲れる
Παρόν (ευγενικό)
疲れます
Άρνηση (απλή)
疲れない
Άρνηση (ευγενική)
疲れません
Παρελθόν (απλό)
疲れた
Παρελθόν (ευγενικό)
疲れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
疲れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
疲れませんでした
Τε-μορφή
疲れて
Δυνητική
疲れられる
Προστακτική
疲れろ
Βουλητική
疲れよう
Υποθετική (ば)
疲れれば