疲れを取る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεκουράζομαι, ανακουφίζομαι από την κόπωση (π.χ. αναπαυόμενος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 疲れを取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 疲れを取ります
- Άρνηση (απλή)
- 疲れを取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 疲れを取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 疲れを取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 疲れを取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 疲れを取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 疲れを取りませんでした
- Τε-μορφή
- 疲れを取って
- Δυνητική
- 疲れを取れる
- Προστακτική
- 疲れを取れ
- Βουλητική
- 疲れを取ろう
- Υποθετική (ば)
- 疲れを取れば
- Υποθετική (たら)
- 疲れを取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 疲れを取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 疲れを取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 疲れを取りなさい
- Παθητική
- 疲れを取られる
- Αιτιατική
- 疲れを取らせる