ろう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κούραση, κόπωση, εξάντληση
  2. 02 κόπωση (υλικού, μετάλλου κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 疲労ひろうかんじます。

    Νιώθω κούραση.

  • なが時間じかんはたらくと、疲労ひろうがたまります。

    Αν δουλεύεις πολλές ώρες, συσσωρεύεται κούραση.

  • 最近さいきん仕事しごとのストレスと睡眠不足すいみんぶそくで、肉体的にくたいてきにも精神的せいしんてきにも疲労ひろうがピークにたっしています。

    Τον τελευταίο καιρό, λόγω του άγχους της δουλειάς και της έλλειψης ύπνου, η κούρασή μου, τόσο σωματική όσο και ψυχική, έχει φτάσει στο ζενίθ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
疲労する
Παρόν (ευγενικό)
疲労します
Άρνηση (απλή)
疲労しない
Άρνηση (ευγενική)
疲労しません
Παρελθόν (απλό)
疲労した
Παρελθόν (ευγενικό)
疲労しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
疲労しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
疲労しませんでした
Τε-μορφή
疲労して
Δυνητική
疲労できる
Προστακτική
疲労しろ
Βουλητική
疲労しよう
Υποθετική (ば)
疲労すれば