せる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεραίνομαι, σχηματίζω κάπαλο, αποπίπτω
  2. 02 δηλητηριάζομαι (από λάκα)
  3. 03 αρχαϊκό μαραίνομαι, φυτοζωώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
痂せる
Παρόν (ευγενικό)
痂せます
Άρνηση (απλή)
痂せない
Άρνηση (ευγενική)
痂せません
Παρελθόν (απλό)
痂せた
Παρελθόν (ευγενικό)
痂せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
痂せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
痂せませんでした
Τε-μορφή
痂せて
Δυνητική
痂せられる
Προστακτική
痂せろ
Βουλητική
痂せよう
Υποθετική (ば)
痂せれば