ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρρωσταίνω, εθίζομαι, απορροφώμαι, παραδίδομαι (σε κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
病み付く
Παρόν (ευγενικό)
病み付きます
Άρνηση (απλή)
病み付かない
Άρνηση (ευγενική)
病み付きません
Παρελθόν (απλό)
病み付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
病み付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
病み付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
病み付きませんでした
Τε-μορφή
病み付いて
Δυνητική
病み付ける
Προστακτική
病み付け
Βουλητική
病み付こう
Υποθετική (ば)
病み付けば