病む
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρρωσταίνω
- 02 υποφέρω από (π.χ. κάποια ασθένεια), πάσχω από (π.χ. κάποιο εσωτερικό όργανο)
- 03 καθομιλουμένη είμαι καταθλιπτικός, αισθάνομαι πεσμένος, αντιμετωπίζω προβλήματα ψυχικής υγείας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 病む
- Παρόν (ευγενικό)
- 病みます
- Άρνηση (απλή)
- 病まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 病みません
- Παρελθόν (απλό)
- 病んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 病みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 病まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 病みませんでした
- Τε-μορφή
- 病んで
- Δυνητική
- 病める
- Προστακτική
- 病め
- Βουλητική
- 病もう
- Υποθετική (ば)
- 病めば
- Υποθετική (たら)
- 病んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 病みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 病むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 病みなさい
- Παθητική
- 病まれる
- Αιτιατική
- 病ませる