痒がる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραπονιέμαι για φαγούρα, ενοχλούμαι από κνησμό (ή εξάνθημα κ.λπ.), αισθάνομαι φαγούρα, έχω κνησμό (ή εξάνθημα κ.λπ.), με τρώει
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 痒がる
- Παρόν (ευγενικό)
- 痒がります
- Άρνηση (απλή)
- 痒がらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 痒がりません
- Παρελθόν (απλό)
- 痒がった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 痒がりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 痒がらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 痒がりませんでした
- Τε-μορφή
- 痒がって
- Δυνητική
- 痒がれる
- Προστακτική
- 痒がれ
- Βουλητική
- 痒がろう
- Υποθετική (ば)
- 痒がれば
- Υποθετική (たら)
- 痒がったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 痒がりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 痒がるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 痒がりなさい
- Παθητική
- 痒がられる
- Αιτιατική
- 痒がらせる