Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
痕
こん
痕
痕
こん
επίθημα
|
Μετάφραση από
JMdict
01
επίθημα
ουλή (π.χ. από εγχείρηση, ένεση), ίχνος, σημάδι (π.χ. ίχνη φρεναρίσματος)
Παραδείγματα
血痕
けっこん
κηλίδα αίματος
弾痕
だんこん
οπή από σφαίρα, σημάδι από βλήμα
聖痕
せいこん
στίγματα
手術痕
しゅじゅつこん
ουλή από χειρουργική επέμβαση