いたくもないはらさぐられる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υφίσταμαι αβάσιμες υποψίες, κατηγορούμαι άδικα χωρίς λόγο

Κλίση

Παρόν (απλό)
痛くもない腹を探られる
Παρόν (ευγενικό)
痛くもない腹を探られます
Άρνηση (απλή)
痛くもない腹を探られない
Άρνηση (ευγενική)
痛くもない腹を探られません
Παρελθόν (απλό)
痛くもない腹を探られた
Παρελθόν (ευγενικό)
痛くもない腹を探られました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
痛くもない腹を探られなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
痛くもない腹を探られませんでした
Τε-μορφή
痛くもない腹を探られて
Δυνητική
痛くもない腹を探られられる
Προστακτική
痛くもない腹を探られろ
Βουλητική
痛くもない腹を探られよう
Υποθετική (ば)
痛くもない腹を探られれば