痛くも痒くもない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός καθόλου δεν με ενδιαφέρει, δεν μου καίγεται καρφί, δεν με αγγίζει καθόλου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 痛くも痒くもない
- Παρόν (ευγενικό)
- 痛くも痒くもないです
- Άρνηση (απλή)
- 痛くも痒くもなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 痛くも痒くもなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 痛くも痒くもなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 痛くも痒くもなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 痛くも痒くもなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 痛くも痒くもなくなかったです
- Τε-μορφή
- 痛くも痒くもなくて
- Υποθετική (ば)
- 痛くも痒くもなければ
- Υποθετική (たら)
- 痛くも痒くもなかったら