つう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάχρηση, υβριστικός λόγος, καταγγελία, δριμεία κριτική

Κλίση

Παρόν (απλό)
痛罵する
Παρόν (ευγενικό)
痛罵します
Άρνηση (απλή)
痛罵しない
Άρνηση (ευγενική)
痛罵しません
Παρελθόν (απλό)
痛罵した
Παρελθόν (ευγενικό)
痛罵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
痛罵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
痛罵しませんでした
Τε-μορφή
痛罵して
Δυνητική
痛罵できる
Προστακτική
痛罵しろ
Βουλητική
痛罵しよう
Υποθετική (ば)
痛罵すれば