せる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδυνατίζω, χάνω βάρος
  2. 02 φτωχαίνω (για έδαφος), γίνομαι άγονος

Παραδείγματα

  • せたです。

    Θέλω να αδυνατίσω.

  • べすぎるとふとるし、べないとせます

    Αν τρώω πολύ, παχαίνω, κι αν δεν τρώω, αδυνατίζω.

  • ダイエットをはじめてから、からだかるくなってきて、ずいぶんせたがします。

    Από τότε που ξεκίνησα δίαιτα, νιώθω το σώμα μου πιο ελαφρύ και νομίζω έχω χάσει αρκετό βάρος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
痩せる
Παρόν (ευγενικό)
痩せます
Άρνηση (απλή)
痩せない
Άρνηση (ευγενική)
痩せません
Παρελθόν (απλό)
痩せた
Παρελθόν (ευγενικό)
痩せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
痩せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
痩せませんでした
Τε-μορφή
痩せて
Δυνητική
痩せられる
Προστακτική
痩せろ
Βουλητική
痩せよう
Υποθετική (ば)
痩せれば