たん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομακρύνω τα φλέματα από τον λαιμό, καθαρίζω τον λαιμό μου
  2. 02 ιδιωματισμός μιλάω απότομα (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας έντονης συζήτησης ή διαφωνίας), μιλάω με στόμφο

Κλίση

Παρόν (απλό)
痰を切る
Παρόν (ευγενικό)
痰を切ります
Άρνηση (απλή)
痰を切らない
Άρνηση (ευγενική)
痰を切りません
Παρελθόν (απλό)
痰を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
痰を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
痰を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
痰を切りませんでした
Τε-μορφή
痰を切って
Δυνητική
痰を切れる
Προστακτική
痰を切れ
Βουλητική
痰を切ろう
Υποθετική (ば)
痰を切れば