れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι ανόητος, αποχαυνώνομαι, μαγεύομαι, χάνω τα λογικά μου
  2. 02 αρχαϊκό είμαι παιχνιδιάρης, είμαι ιδιότροπος

Κλίση

Παρόν (απλό)
痴れる
Παρόν (ευγενικό)
痴れます
Άρνηση (απλή)
痴れない
Άρνηση (ευγενική)
痴れません
Παρελθόν (απλό)
痴れた
Παρελθόν (ευγενικό)
痴れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
痴れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
痴れませんでした
Τε-μορφή
痴れて
Δυνητική
痴れられる
Προστακτική
痴れろ
Βουλητική
痴れよう
Υποθετική (ば)
痴れれば