痺しびれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μουδιάζω (π.χ. ένα άκρο)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παθαίνω ηλεκτροπληξία, νιώθω ένα τίναγμα από ρεύμα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ενθουσιάζομαι, συγκινούμαι, μαγεύομαι, γοητεύομαι, συναρπάζομαι

Παραδείγματα

  • 足あしが痺しびれる。

    Μουδιάζει το πόδι μου.

  • 彼かれの歌声うたごえに痺しびれた。

    Η φωνή του με συνάρπασε.

  • あの時ときのコンサートは、全身ぜんしんが痺しびれるような感動かんどうだった。

    Εκείνη η συναυλία ήταν μια τόσο καθηλωτική εμπειρία, που ένιωσα να μουδιάζει όλο μου το κορμί από συγκίνηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
痺れる
Παρόν (ευγενικό)
痺れます
Άρνηση (απλή)
痺れない
Άρνηση (ευγενική)
痺れません
Παρελθόν (απλό)
痺れた
Παρελθόν (ευγενικό)
痺れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
痺れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
痺れませんでした
Τε-μορφή
痺れて
Δυνητική
痺れられる
Προστακτική
痺れろ
Βουλητική
痺れよう
Υποθετική (ば)
痺れれば