癌化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καρκινογένεση, μετατροπή σε καρκίνο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 癌化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 癌化します
- Άρνηση (απλή)
- 癌化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 癌化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 癌化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 癌化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 癌化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 癌化しませんでした
- Τε-μορφή
- 癌化して
- Δυνητική
- 癌化できる
- Προστακτική
- 癌化しろ
- Βουλητική
- 癌化しよう
- Υποθετική (ば)
- 癌化すれば
- Υποθετική (たら)
- 癌化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 癌化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 癌化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 癌化しなさい
- Παθητική
- 癌化される
- Αιτιατική
- 癌化させる