ごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκόλληση, συνένωση, επούλωση, σύμφυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
癒合する
Παρόν (ευγενικό)
癒合します
Άρνηση (απλή)
癒合しない
Άρνηση (ευγενική)
癒合しません
Παρελθόν (απλό)
癒合した
Παρελθόν (ευγενικό)
癒合しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
癒合しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
癒合しませんでした
Τε-μορφή
癒合して
Δυνητική
癒合できる
Προστακτική
癒合しろ
Βουλητική
癒合しよう
Υποθετική (ば)
癒合すれば