ちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρόσφυση, σύμφυση, συνένωση
  2. 02 συνωμοσία, συμπαιγνία, διαπλοκή

Κλίση

Παρόν (απλό)
癒着する
Παρόν (ευγενικό)
癒着します
Άρνηση (απλή)
癒着しない
Άρνηση (ευγενική)
癒着しません
Παρελθόν (απλό)
癒着した
Παρελθόν (ευγενικό)
癒着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
癒着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
癒着しませんでした
Τε-μορφή
癒着して
Δυνητική
癒着できる
Προστακτική
癒着しろ
Βουλητική
癒着しよう
Υποθετική (ば)
癒着すれば