発付
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκδοση εντάλματος, έκδοση δικαστικής διαταγής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 発付する
- Παρόν (ευγενικό)
- 発付します
- Άρνηση (απλή)
- 発付しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 発付しません
- Παρελθόν (απλό)
- 発付した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 発付しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 発付しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 発付しませんでした
- Τε-μορφή
- 発付して
- Δυνητική
- 発付できる
- Προστακτική
- 発付しろ
- Βουλητική
- 発付しよう
- Υποθετική (ば)
- 発付すれば
- Υποθετική (たら)
- 発付したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 発付したい
- Απαγορευτική (~な)
- 発付するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 発付しなさい
- Παθητική
- 発付される
- Αιτιατική
- 発付させる