発券
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκδοση (τραπεζογραμματίου, εισιτηρίου κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 発券する
- Παρόν (ευγενικό)
- 発券します
- Άρνηση (απλή)
- 発券しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 発券しません
- Παρελθόν (απλό)
- 発券した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 発券しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 発券しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 発券しませんでした
- Τε-μορφή
- 発券して
- Δυνητική
- 発券できる
- Προστακτική
- 発券しろ
- Βουλητική
- 発券しよう
- Υποθετική (ば)
- 発券すれば
- Υποθετική (たら)
- 発券したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 発券したい
- Απαγορευτική (~な)
- 発券するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 発券しなさい
- Παθητική
- 発券される
- Αιτιατική
- 発券させる