発向
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναχώρηση για συγκεκριμένο προορισμό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 発向する
- Παρόν (ευγενικό)
- 発向します
- Άρνηση (απλή)
- 発向しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 発向しません
- Παρελθόν (απλό)
- 発向した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 発向しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 発向しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 発向しませんでした
- Τε-μορφή
- 発向して
- Δυνητική
- 発向できる
- Προστακτική
- 発向しろ
- Βουλητική
- 発向しよう
- Υποθετική (ば)
- 発向すれば
- Υποθετική (たら)
- 発向したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 発向したい
- Απαγορευτική (~な)
- 発向するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 発向しなさい
- Παθητική
- 発向される
- Αιτιατική
- 発向させる